Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Η φαντασίωση του αδύνατου κεντροαριστερού εγχειρήματος (Απο την ΑΥΓΗ της Κυριακής)

Των Δημήτρη Γιατζόγλου και Τάκη Κατσαρού

"Ο Αλέξης Τσίπρας ανεβάζει τον πήχη για τους αντιπάλους. Δεν επιχειρεί μια οργανωτική συγκόλληση με εκλογική σκοπιμότητα. Προσπαθεί να συγκροτήσει ένα ιδεολογικό πολιτικό υποκείμενο με ηγεμονικές φιλοδοξίες.
Μπορείς να διαφωνήσεις... αλλά όχι να υποτιμήσεις την πρόκληση. Και αυτό αφορά πρωτίστως τον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς που πρέπει να επιταχύνουν τις δικές τους διαδικασίες ώσμωσης και διαλόγου. Αν δεν πάρουν τώρα πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση, το φυλλορρόημα δεν θα έχει επιστροφή".
Το ως άνω εδάφιο είναι η ακροτελεύτια παράγραφος του πιο πρόσφατου άρθρου του Γιάννη Βούλγαρη, στην εφημερίδα "Τα Νέα" (8.12.2012) με τίτλο "Ο ριζοσπαστικός συντηρητισμός του ΣΥΡΙΖΑ".
Αποκομμένη από το υπόλοιπο άρθρο, θα μπορούσε να διαβαστεί και ως πολιτικός έπαινος στον Τσίπρα, ανεξαρτήτως διαφωνιών για τον προσανατολισμό του εγχειρήματος. Σε καιρούς που η πολιτική για ορισμένες δυνάμεις, εκπίπτει σε μια βίαιη ως προς τα αποτελέσματά της διαχείριση της οικονομίας και σε επιχείρηση εκφοβισμού της κοινωνίας, το να επιχειρείται η συγκρότηση ενός ηγεμονικού πολιτικού υποκειμένου είναι σπουδαίο πράγμα. Είναι συμβολή για να ανακτήσει η πολιτική τα χαρακτηριστικά μιας συνεκτικής αφήγησης που συνδέει το παρόν με το μέλλον, απαντώντας σε υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες και αναζητήσεις - σε αυτό δεν παραπέμπει η έννοια της ηγεμονίας;
Στο κείμενο έχουν όμως αποτυπωθεί προηγουμένως όλα όσα καταλογίζονται στον ΣΥΡΙΖΑ από τους πιο εμπαθείς αντιπάλους του, τα οποία και συνοψίζονται στον τίτλο του άρθρου: "Κόμμα του πολιτικού τυχοδιωκτισμού και της ανευθυνότητας, του εμφυλιοπολεμικού λόγου και του νευρωτικού ακτιβισμού, καθηλωμένο στην υπεράσπιση του κρατισμού και του συντεχνιασμού. Κόμμα καιροσκοπικό που ενόψει της κυβερνητικής εξουσίας αρχίζει και κλείνει το μάτι "προς διεθνή και εγχώρια κέντρα ισχύος" για την προσαρμογή της πολιτικής του, επί το ρεαλιστικότερον (ένα αληθινό copy paste της πολεμικής του ΚΚΕ). Η αντίφασή βεβαίως είναι εξόφθαλμη: η ηγεμονία την οποία παραδέχεται ο Βούλγαρης δεν κερδίζεται με πολιτικούς αναχρονισμούς, με τη δημαγωγία και την εξαπάτηση.
Το άρθρο επικαιροποιεί τη βίαιη πολεμική προς τον ΣΥΡΙΖΑ, επιχειρώντας μια αποτίμηση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης με ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά όπως:
Τις ετερόκλητες δυνάμεις που συναθροίζονται με μια επιλεκτική και απαξιωτική καταγραφή τους (εξουσιαστές και αντιεξουσιαστές, μαοϊκοί ή κνίτες, τροτσκιστές και πασόκοι) και με την αποσιώπηση της συμμετοχής χιλιάδων πολιτών του χώρου της ανανεωτικής αριστεράς στις διαδικασίες. Είναι λυπηρό και τεκμήριο προκατάληψης συνάμα: Ο παλιός γραμματέας του Ρήγα Φεραίου να παριστάνει πως δεν βλέπει τους χιλιάδες Ρηγάδες, τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ εσωτερικού που πλαισιώνουν το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ.
Την αναντιστοιχία μεταξύ της εκλογικής εκτόξευσης και της κατώτερης των προσδοκιών οργανωτικής αύξησης.
Την έκπτωση των αναφορών στον μαρξισμό σε τελετουργία προς εσωκομματικής κατανάλωση, για να συγκαλυφθεί ο λαϊκιστικός λόγος στο εθνικό ακροατήριο.
Τον ενοποιητικό ρόλο του Τσίπρα ως δημαγωγού και ικανού τακτικιστή, ο οποίος προσφέρει "σμάλτο και πνοή στο πεπαλαιωμένο".
Από το κείμενο απουσιάζει η οποιαδήποτε κριτική αναφορά στη Διακήρυξη της Συνδιάσκεψης, προφανώς ως ανάξιου λόγου στοιχείο. Παράλειψη, που για έναν αριστερό διανοούμενο ο οποίος υπηρέτησε τις πεποιθήσεις του μέσα, κυρίως, από τη θεωρητική πρακτική συνιστά μια παραδοξότητα.
Αυτό που τελικά προκύπτει είναι μια καρικατούρα. Είναι η απαξίωση ενός κόσμου που προσήλθε δέσμιος -κατά τον Βούλγαρη- της φαντασίωσης ότι αποτελεί τον παράκλητο της ιστορίας και της κοινωνίας, αποχαυνωμένος από την "ευφορία της εκτόξευσης στο μεγάλο μέγεθος".
Μέχρις εδώ, παρά τις αντιφάσεις και την ενοχλητική εμπάθεια, μικρή η έκπληξη. Έχουμε για μια ακόμη φορά, την καταγραφή ενός ενδεχόμενου εφιάλτη που ταράζει τον ύπνο όλων των συστημικών παραγόντων: Να συνεχίσει ο ΣΥΡΙΖΑ την πορεία του προς την κυβερνητική εξουσία. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην εγερτήρια προτροπή προς τους "άλλους", ώστε, να αφυπνιστούν επιτέλους και να αποτρέψουν την πραγματοποίηση του εφιάλτη. Στο σημείο αυτό το κείμενο του Βούλγαρη παύει να είναι ένα κείμενο ανάλυσης και γίνεται ένα κείμενο πολιτικής γραμμής και άμεσης παρέμβασης. Μαζί με δυο ακόμη πρόσφατα άρθρα στην ίδια εφημερίδα (6.10.12 και 7.11.12) φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει μια πολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα, η οποία θα υποστηρίξει τις σχετικές διεργασίες. Σε ποιους "άλλους" απευθύνεται η προτροπή; "Πρωτίστως", γράφει ο Βούλγαρης, σε όσους ανήκουν "στον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς". Δηλαδή, (εξαιρουμένου προφανώς του ΣΥΡΙΖΑ από το προσκλητήριο), στη ΔΗΜ.ΑΡ., στα απομεινάρια του ΠΑΣΟΚ και στους διάφορους έκπτωτους πρίγκηπές του. Και, "δευτερευόντως"; Πιθανώς σε κάποιους άλλους που ακόμα δεν κατονομάζονται, αλλά τους υποπτευόμαστε ενθυμούμενοι τη "συγκινητική" συστράτευση συγκεκριμένων επιχειρηματιών και οργανικών διανοουμένων του μνημονιακού συστήματος που είχε προκαλέσει η έκκληση "Τολμήστε!" την οποία είχαν από κοινού απευθύνει προς την κυβέρνηση Παπανδρέου απαιτώντας να εφαρμόσει χωρίς κανένα έλεος το Μεσοπρόθεσμο και τα μέτρα λιτότητας (βλ. "Βήμα" 1.6.2011). Τι πρέπει να κάνουν όλοι αυτοί; να συγκροτήσουν το δικό τους "εναλλακτικό κοινωνικοπολιτικό τους συνασπισμό" (έναντι του ΣΥΡΙΖΑ) προσανατολισμένο στον "εθνικό στόχο" και να προσδώσουν "λαϊκό έρεισμα και νέο ήθος στην αναζητούμενη στρατηγική της εθνικής ανασυγκρότησης" (6.10.12).
Η κοινωνική μαγιά, μας λέει ο Βούλγαρης υπάρχει: "η κοινωνία συσσωρεύει ένα μεταρρυθμιστικό δυναμικό, που μπορεί να αντιταχθεί στον "μονόχορδο", δημαγωγικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ. Η μεταρρυθμιστική αριστερά και η κεντροαριστερά μπορεί να γίνουν ο προνομιακός συνομιλητής του και να τον μετασχηματίσει σε "πολιτικό λαό". Έχουμε την αίσθηση, ότι εδώ πρόκειται για ένα διαρκές πολιτικό déjà vu. Διότι, το εγχείρημα της συσπείρωσης "των αριστερών της ευθύνης" επαναλαμβάνεται κατά καιρούς με διάφορες μορφές. Διότι, οι εκάστοτε ηγήτορες του εγχειρήματος (Παπανδρέου, Παπαδήμος) εξοβελίστηκαν στην ανακουφιστική λήθη με ταχύτητα ανάλογη του ενθουσιασμού που προκάλεσε η εμφάνισή τους. Διότι, ο "εθνικός στόχος" αναδιατυπώνεται διαρκώς από το 2010 με τον πιο μονόχορδο προπαγανδιστικό λόγο: "Να κερδίσουμε χρόνο" μέχρι να αλλάξουν τα πράγματα στην Ευρώπη (τα οποία βεβαίως και αλλάζουν ραγδαία προς το χειρότερο). Διότι, οι δυνάμεις προς τις οποίες απευθύνεται το προσκλητήριο, έχουν ήδη συνασπιστεί με τις δυνάμεις του πιο ακραίου οικονομισμού, με όλους αυτούς που εγκαλούν ως κουκουλοφόρους τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, υπό την ηγεσία του κ. Σαμαρά και του σκληρού εθνολαϊκιστικού νεοδημοκρατικού κύκλου που τον περιβάλλει. Διότι, το διαρκές βασικό τους μέλημα είναι να φτιαχτεί μια υγειονομική ζώνη αποκλεισμού, γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ, αγνοώντας ή δυσφημίζοντας επεξεργασίες και ιδέες, επιλέγοντας να συνομιλούν με το σουρεαλιστικό κοσμοείδωλο των διαφόρων Λοβέρδων.
Υπάρχει σε όλα αυτά ένα αφετηριακό λάθος που χαρακτηρίζει αυτό που ο Τζόρτζιο Ρούφολο* αποδίδει στη νεορεφορμιστική σκέψη: Από τη στιγμή που έχεις διαγράψει από τον πολιτικό και ιδεολογικό σου ορίζοντα τη δυνατότητα εναλλακτικών λύσεων έναντι του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου, έστω και ως αναζήτηση, έχεις ήδη προσυπογράψει -ως δύναμη της Αριστεράς- την απώλεια της αυτόνομης δημιουργικότητας σου. Από τη στιγμή που, στο όνομα ενός παθιασμένου ηθικολογικού αντιλαϊκισμού, σπεύδεις να στιγματίσεις ως αρχαϊσμό που αντιστρατεύεται την πρόοδο κάθε (αντιφατικό βεβαίως) λαϊκό αίτημα, τότε εκλαμβάνεις ως ένδειξη ηγεμονίας τους πολιτικούς ελιγμούς στον κλειστό κόσμο των ελίτ - υπαρκτών ή αυτόκλητων. Το είδαμε να συμβαίνει στη δεκαετία του '90. Το βλέπουμε και σήμερα: ο ρεαλισμός στον 8ο όροφο. Το "όραμα" στο υπόγειο. Με το ασανσέρ να λείπει.
Έτσι, λοιπόν, ο "αριστερός μεταρρυθμισμός" εξαντλείται στη δικαιότερη ανακατανομή της φτώχειας ανάμεσα σε αυτούς που συντρίβονται από τη λιτότητα. Έτσι, ο "αριστερός ευρωπαϊσμός" αποδέχεται ως αναγκαία τη μεγαλύτερη εκθεμελίωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού και δημοκρατικού κεκτημένου. Ή όπως το έχει θέσει σωστά ο Σωτήρης Βαλντέν: " Όσοι ταυτίζουν την παραμονή μας στην Ευρώπη με αυτά τα μέτρα προσφέρουν κακή υπηρεσία στην ευρωπαϊκή υπόθεση".
Έτσι, αδυνατείς να αντιληφθείς ότι η ακραία συμπίεση της μεσαίας τάξης, η καταστροφική ανεργία και η επιβολή του μοντέλου του "λευκού Κινέζου εργαζόμενου" αφαιρεί το κοινωνικό υπέδαφος των πολιτικών και προγραμματικών επαγγελιών της Κεντροαριστεράς και του εκσυγχρονισμού της δεκαετίας του '90.
Έτσι, καταλήγεις να θεωρείς τις "ελαστικές" μορφές απασχόλησης και την κατάλυση κάθε εργασιακού δικαιώματος ως κίνητρα για μια συναρπαστικότερη ζωή.
Έτσι, ενώ εκφωνείς διαρκώς τον ευρωπαϊσμό σου, οδηγείσαι στην παθητική αναδίπλωση της στρατηγικής σου στο πεδίο του "έθνους", επικεντρωμένη πεισματικά στις παθογένειες και τους αναχρονισμούς της κοινωνίας, στους οποίους ανάγεται τελικά η κρίση του διεθνοποιημένου ελληνικού καπιταλισμού.
Έτσι, αντί για τη "μεγάλη πολιτική" εγκλωβίζεσαι στη μεταμοντέρνα εκδοχή της αποσπασματικής περιπτωσιολογίας.
Και με όλα αυτά μαζί, η συγκρότηση ενός -αντιπαραθετικού προς τον επικίνδυνο ΣΥΡΙΖΑ- μνημονιακού κεντροαριστερού πόλου, με όρους ηγεμονίας, γίνεται η επαγγελία και η φαντασίωση ενός πολιτικά αδύνατου και κοινωνικά αναιμικού πολιτικού σχεδίου ή ο σταθμός μετεπιβίβασης των εμπνευστών του προς άλλα -Κεντροδεξιάς απόκλισης- δρομολόγια που, τουλάχιστον, δείχνουν ότι μπορούν να εγγυηθούν λόγο και ρόλο σε όσους τα ακολουθήσουν.
Θα πρόκειται πιθανά για ένα ακόμη επεισόδιο στο φαινόμενο της "εξακτίνωσης" για να αναφερθούμε σε έναν επιτυχημένο όρο που ο ίδιος ο Βούλγαρης έχει χρησιμοποιήσει για να περιγράψει την πορεία πολλών παλιών στελεχών της Αριστεράς προς κάθε κατεύθυνση του πολιτικού φάσματος.
Στην περίπτωση αυτή ίσως δούμε ενδιαφέρουσες προσθήκες στον κύκλο των εκ της Αριστεράς προερχομένων συμβούλων του κ. Σαμαρά (ο οποίος ενώ χάρη στον κ. Λαζαρίδη έχει αφομοιώσει ικανοποιητικά τον Λένιν υστερεί ακόμη απελπιστικά στον Γκράμσι).

* Τζόρτζιο Ρούφολο ( "Ελευθεροτυπία", 07.10.2007): "Υπήρχε κάποτε μια ρεφορμιστική σκέψη ικανή να εκφράζεται για το σύνολο των προβλημάτων, εθνικών και παγκόσμιων, με μιαν ευρεία και γενναιόδωρη αντίληψη.
Σε σύγκριση με αυτήν η τάση του σύγχρονου 'φιλελεύθερου ρεφορμισμού' φαίνεται να οδηγεί, όπως θα έλεγε ένας Γάλλος κοινωνιολόγος, 'στο κουτσομπολιό μάλλον, παρά στη συνομιλία'. Η αυστηρότητά του εξαντλείται στο να ασκεί κριτική στις 'αποτυχίες' του κράτους. Για την ανισότητα που διευρύνεται, για την κοινωνική αδικία που θριαμβεύει, για την προσωρινή και επισφαλή απασχόληση που προκαλεί αγωνία στους εργαζόμενους, για το αίσχος της φοροδιαφυγής, για την οικονομική εγκληματικότητα, ο νεορεφορμιστής σωπαίνει"
Read more »

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Γιάννης Δραγασάκης: «Δεν θέλουμε κόμματα μέσα στο κόμμα»

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ εξηγεί τη «βίαιη ωρίμανση» και τις διαδικασίες «ομογενοποίησης» του νέου φορέα και εκτιμά ότι το στοίχημα με τη θέση της Ελλάδας στο ευρώ δεν έχει κριθεί. Για τα ενδεχόμενα υπονόμευσης της συλλογικότητας και της συνοχής του ΣΥΡΙΖΑ προειδοποιεί στη συνέντευξή του προς «Το Βήμα της Κυριακής» ο αντιπρόεδρος της Βουλής κ. Ι. Δραγασάκης. Εν όψει των διαδικασιών δημιουργίας του νέου κόμματος, ο επικεφαλής των οικονομολόγων της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπογραμμίζει ότι πρέπει να αποφευχθούν λάθη του παρελθόντος που κόστισαν στον Συνασπισμό και σημειώνει πως τίποτε δεν έχει κριθεί ακόμα σε σχέση με την ευρωπαϊκή κρίση και τη θέση της χώρας στο ευρώ. Κύριε Δραγασάκη, στο βιβλίο σας που εκδόθηκε προσφάτως και στην ομιλία σας στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αναφερθήκατε στην αναγκαιότητα «βίαιης ωρίμανσης» του ΣΥΡΙΖΑ. Τι σημαίνει αυτό και πόσο συμβαδίζει με την αξίωση του Αριστερού Ρεύματος για περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση; «Ονόμασα “βίαιη ωρίμανση” τη διαδικασία μετεξέλιξης ενός μικρού κόμματος της Αριστεράς σ’ έναν ενιαίο πολιτικό φορέα, ικανό να αναμετρηθεί με προκλήσεις και ευθύνες ιστορικών διαστάσεων. Από την άποψη αυτή, αριστερό και ριζοσπαστικό στις μέρες μας είναι ό,τι ενώνει, εμπνέει και κινητοποιεί για την επίτευξη ακριβώς αυτού του στόχου. Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έφτασε ως εδώ συνθέτοντας και υπερβαίνοντας τις “αξιώσεις”, όπως λέτε, των επιμέρους τάσεων και συνιστωσών. Αυτός ο συλλογικός ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε και όχι οι ιδιαίτερες απόψεις της μιας ή της άλλης επιμέρους συνιστώσας. Αυτή τη συλλογικότητα καλείται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ να ενισχύσει και να θεσμοθετήσει». Πώς κρίνετε την τακτική του Αριστερού Ρεύματος και του κ. Π. Λαφαζάνη να κατεβάσει ξεχωριστή λίστα υποψηφίων στις εσωκομματικές διαδικασίες της προηγούμενης Κυριακής; Τι δείχνει αυτό για το μέλλον; «Σύνηθες φαινόμενο, με βάση τις παραδόσεις που κυριαρχούσαν ως τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ. Τόσο αυτό όσο και άλλα γεγονότα υποδηλώνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διανύει μία μεταβατική φάση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούργιο, δηλαδή ανάμεσα στις ισχυρές παραδόσεις των ομαδοποιήσεων, των “στοιχίσεων”, των προσωπικών στρατηγικών, και στα νέα επίπεδα συλλογικότητας, ενότητας, δημοκρατίας και ισονομίας των μελών που πρέπει να κατακτήσει». Υπό αυτές τις συνθήκες, με ένα 25% του κόμματός σας να αμφισβητεί κεντρικές επιλογές, είστε έτοιμοι για τις εκλογές τις οποίες ζητάτε; Μια τέτοια διχογνωμία σε προεκλογική περίοδο δεν θα ήταν ό,τι καλύτερο… «Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ έκανε ήδη ένα μεγάλο βήμα προς την ενοποίησή του. Ο Αλέξης Τσίπρας υπερψηφίστηκε με μεγάλα ποσοστά από συνέδρους όλων των τάσεων και προελεύσεων. Η “διακήρυξη”, που αποτυπώνει την ταυτότητα, τους μεγάλους προσανατολισμούς και τους άμεσους στόχους του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, ψηφίστηκε σχεδόν ομόφωνα. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ θα παραμείνει βέβαια ένας ζωντανός χώρος διαλόγου. Μάλιστα έχω προτείνει να θεσμοθετήσουμε μόνιμες δομές και “εργαστήρια” προγραμματικών επεξεργασιών, θεωρητικών αναζητήσεων και διαλόγου. Εκείνο που πρέπει να αποφύγουμε είναι η δημιουργία κομμάτων εντός του κόμματος, διότι αυτό, όπως έδειξε και η εμπειρία του Συνασπισμού, θα υπονομεύει τη συλλογικότητα και τη δημοκρατία των μελών». Πώς κρίνετε τη σύμπτωση απόψεων του κ. Αλ. Αλαβάνου και του κ. Π. Λαφαζάνη για το θέμα του εθνικού νομίσματος; «Η ανοδική και ενωτική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ ενοχλεί τα υπολείμματα του χρεοκοπημένου δικομματισμού. Θα ήθελαν έναν ΣΥΡΙΖΑ διαφορετικό, δογματικό, δέσμιο του παρελθόντος, γι’ αυτό με τρόπο γκεμπελικό καλλιεργούν τη σύγχυση ως προς τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι προς τιμήν του Αλ. Αλαβάνου το γεγονός ότι διευκρινίζει πως δεν ανήκει – άρα δεν εκπροσωπεί – στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και του Π. Λαφαζάνη που διαχωρίζει πάντα τις προσωπικές του απόψεις από εκείνες του ΣΥΡΙΖΑ. Ας μην περιμένει βοήθεια λοιπόν ο κ. Σαμαράς. Κανένα στέλεχος της Αριστεράς, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες απόψεις του, δεν θα συμμαχήσει μαζί του για να πλήξει τον ΣΥΡΙΖΑ, το μόνο παράθυρο ελπίδας που διαθέτει σήμερα ο λαός μας». Το πρόγραμμά σας σε ποιο βαθμό εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και σε τι έκταση χρειάζεται ανανέωση; Ο κ. Τσίπρας στην παρουσίαση του βιβλίου σας είπε ότι «χρειάζεται ένα πειστικό σχέδιο». Εφόσον αυτό δεν υπάρχει ακόμα, πώς είστε έτοιμοι για τη διακυβέρνηση; «Επιτρέψτε μου μία ιστορική αναφορά. Πρωταγωνιστής της εξόδου από την κρίση του ’29 ήταν το κράτος. Πρωταγωνιστής της εξόδου από την κρίση του ’70 ήταν οι αγορές. Πρωταγωνιστής της εξόδου από τη σημερινή κρίση θα είναι οι κοινωνίες, με αιχμή τον κόσμο της εργασίας, της γνώσης και του πολιτισμού. Για να βγούμε από την κρίση πρέπει να κάνουμε ριζικές αλλαγές στο κράτος, στο πολιτικό σύστημα, στην οικονομία. Τίποτε από αυτά δεν θα καταφέρουμε χωρίς τους εργαζόμενους, χωρίς την κοινωνία. Γι’ αυτό μιλάμε για ένα σχέδιο το οποίο δεν διεκδικεί μόνο μεγάλα εκλογικά ποσοστά, αλλά θέλουμε να πείθει, να εμπνέει, να κερδίζει την εμπιστοσύνη και να θέτει σε κίνηση τη μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας. Η προσπάθεια αυτή είναι διαρκής. Είναι περιεχόμενο της δικής μας πολιτικής και τρόπος άσκησής της». Πιστεύετε ότι το θέμα της παραμονής της χώρας στο ευρώ έχει λήξει οριστικά; Υπό αυτή την έννοια, αισθάνεστε δικαιωμένος από την ευρωκεντρική σας επιλογή; «Πράγματι έχει πλέον γίνει κοινός τόπος: το ελληνικό πρόβλημα, εκτός από τις ενδογενείς του αιτίες, ήταν μέρος μιας κρίσης ευρωπαϊκής που απαιτούσε και απαιτεί κοινές ευρωπαϊκές απαντήσεις. Η επιλογή μου όμως δεν είναι ευρωκεντρική, αλλά “κοσμοκεντρική”. Στηρίζεται στη διαπίστωση ότι δεν ζούμε ένα άθροισμα αυτόνομων κρίσεων, αλλά ένα σύνολο αλληλεξαρτώμενων κρίσεων, μια κρίση συστημική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ και της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπό τη γερμανική ηγεμονία. Η έξοδος από την κρίση θα κριθεί λοιπόν σε κλίμακα εθνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια. Γι’ αυτό και υποστήριξα από την αρχή της κρίσης την ανάγκη για ένα εθνικό σχέδιο (ανασυγκρότησης) ενταγμένο σε μια ευρωπαϊκή και παγκόσμια στρατηγική. Κατά τα άλλα, τίποτε δεν έχει λήξει. Οπως αναγνώρισε πρόσφατα και η κυρία Μέρκελ, οι πιο κρίσιμες φάσεις της κρίσης, οι πιο μεγάλοι κίνδυνοι, δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας, και για μας, και για την Ευρώπη, και για τον κόσμο». Τις τελευταίες εβδομάδες έχει παρατηρηθεί μία σημαντική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ και αναφέρομαι στην εγκατάλειψη της μονομερούς καταγγελίας του μνημονίου και στη μετάβαση στη συναινετική αναθεώρηση. Καταλαβαίνει κανείς ότι εν τέλει θέλετε να συνομιλείτε με την Ευρώπη. «Οπως είχα τονίσει σε μία συνέντευξη στην εφημερίδα σας πριν από τις εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα προβεί σε μονομερείς ενέργειες παρά μόνο αν προκληθεί. Δεν επρόκειτο για προσωπική άποψη, αλλά για προγραμματική θέση. Αγωνιζόμαστε για ένα πρόγραμμα ριζικών αλλαγών στο κράτος, στο πολιτικό σύστημα και στην οικονομία, το οποίο για να υλοποιηθεί πρέπει να σταματήσουμε τη λιτότητα και στη θέση των μνημονίων να μπει ένα σχέδιο ανόρθωσης και ανασυγκρότησης της χώρας. »Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης με στόχο να καταστεί το χρέος βιώσιμο όχι μόνο για τις αγορές αλλά και για την κοινωνία, γεγονός που απαιτεί τη διαγραφή σημαντικού μέρους του χρέους και την εξυπηρέτηση του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης. Δεν υπάρχει λοιπόν αλλαγή, αλλά ομογενοποίηση των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ με βάση το εκλογικό μας πρόγραμμα». Γιατί θεωρείτε ότι η γερμανική κυβέρνηση ή οι Βρυξέλλες θα αποδεχθούν τη δική σας λογική για το χρέος, τη φορολογία, την ανάπτυξη; «Δεν επενδύουμε στην καλοσύνη της γερμανικής κυβέρνησης, αλλά στη δύναμη και στην απήχηση των επιχειρημάτων μας, στη δυναμική των συσχετισμών, στην αποφασιστικότητα του λαού μας. Το ελληνικό πρόβλημα έχει διεθνοποιηθεί. Γίναμε μέρος της “μεγάλης εικόνας” και των παγκόσμιων αντιθέσεων, πράγμα που περικλείει κινδύνους, αλλά και δυνατότητες. Δεν είμαστε μόνοι ούτε είμαστε εντελώς άοπλοι. Οι γερμανοί ιθύνοντες έκαναν σε βάρος μας τραγικά λάθη, που αρχίζουν να αναγνωρίζονται στην ίδια τη Γερμανία. Ο λαός μας δείχνει ολοένα πιο αποφασισμένος να υπερασπιστεί την αξιοπρέπεια και το μέλλον του. Τέλος, η σημερινή πολιτική συσσωρεύει σ’ εμάς καταστροφές και ζημιές, σε όλους. Μια νέα προοπτική είναι αναγκαία όχι μόνο για εμάς, αλλά για όλους τους λαούς της Νότιας Ευρώπης, για όλη την Ευρώπη. Δεν υποσχόμαστε λοιπόν εύκολες λύσεις, αλλά μια στρατηγική για την αλλαγή υποδείγματος και πολιτικής σε Ελλάδα και Ευρώπη». Και αν κάτι πάει στραβά με το όλο εγχείρημα του ενιαίου νομίσματος; Τότε μήπως θα χρειάζεται το περίφημο «plan B»; «Οχι τότε, από τώρα το σχέδιό μας, το “plan Α”, για να χρησιμοποιήσω την ορολογία σας, πρέπει να είναι ανοιχτό σε όλα τα ενδεχόμενα. Το θέμα όμως δεν είναι “τι θα συμβεί αν…”. Το θέμα είναι τι θέλουμε να συμβεί και πώς, με ποια στρατηγική και με ποιες συμμαχίες θα το πετύχουμε. Η κρίση που ζούμε, ακριβώς επειδή ρευστοποιεί ό,τι ως χθες ήταν σταθερό, ακριβώς επειδή διαλύει ό,τι ως χθες εθεωρείτο αιώνιο, μας ζητεί θετικούς στόχους, σταθερές επιλογές, πρωτόβουλη δράση και όχι παθητική αναμονή ή στοιχήματα για το μέλλον». Πιστεύετε εν τέλει ότι στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ έχουν όλοι επαρκή αντίληψη των πτυχών και των διαστάσεων της ευρωπαϊκής κρίσης; «Γιατί θα έπρεπε να συμβαίνει αυτό; Ο κόσμος κινείται άνισα, οι συνειδήσεις διαμορφώνονται άνισα. Προσωπικά, δεν θα ήθελα ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένας γραφειοκρατικός οργανισμός με καταθλιπτική ομοιομορφία και τελετουργική ομοφωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι ένας φορέας ζωντανός, νεανικός, ανοιχτός στην κοινωνία, καινοτόμος, ριζοσπαστικός, ευρηματικός και πολύχρωμος, ικανός όμως να κάνει συλλογικά σχέδια και να αγωνίζεται δεσμευτικά και συνειδητά γι’ αυτά». «Από κέντρα και παράκεντρα» «Τέχνασμα» η απλή αναλογική Θα αποδεχόσασταν μία πρόταση για θέσπιση της απλής αναλογικής; Με ποιους θα συνεργαζόσασταν αν προέκυπτε τέτοια συνθήκη; «Η απλή αναλογική συζητείται από ορισμένα κέντρα και παράκεντρα όχι από δημοκρατική ευαισθησία αλλά ως ένα τέχνασμα για να ανακοπεί η ορμή του λαού και η εκλογική αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Εμείς θα μείνουμε σταθεροί στη θέση μας και θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε όχι μόνο για την καθιέρωση της απλής αναλογικής, αλλά και για τη συνταγματική της κατοχύρωση ως μιας σταθεράς για την ανασύσταση του πολιτικού μας συστήματος. Αλλά εκείνοι που μηχανεύονται τα σχέδια αυτά θα χάσουν τον ύπνο τους. Διότι η απλή αναλογική θα απελευθερώσει δυνάμεις, θα επιταχύνει την ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού και θα μας επιτρέψει, με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, να δημιουργήσουμε έναν συνασπισμό ευρείας λαϊκής ενότητας για την αποτροπή της καταστροφής και την ανασυγκρότηση της χώρας».
Read more »

Η απλή αναλογική και οι “δημοκράτες”, του Κώστα Ζαχαριάδη

Για δεκαετίες ΝΔ – ΠΑΣΟΚ κυβέρνησαν με θηριώδη bonus για το πρώτο κόμμα με ισχυρές αυτοδυναμίες. Ο νικητής έπαιρνε το κράτος ως λάφυρο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Ξαφνικά ΝΔ-ΠΑΣΟΚ έγιναν κόμματα ώριμα για συνεργασίες, απλή αναλογική κλπ. Μερικοί με θράσος δηλώνουν ότι είναι “δημοκρατικότερη” η απλή αναλογική! Καθένας κρίνεται από την συνέπεια λόγων -έργων και από την διαχρονικότητα των απόψεών του. Η τυχοδιωκτική πολιτική δεν μπορεί πια να προχωρήσει. Προεκλογικά (πριν έξι μήνες) ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είχε κατ επανάληψη ζητήσει να νομοθετήσει η κυβέρνηση Παπαδημου (στήριξη ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ) την απλή και ανόθευτη αναλογική , την πλήρη αντιστοιχία ψήφων και εδρών. Τι δεν ακούσαμε γι αυτή την “ανεύθυνη” μας πρόταση. Περιμένουμε με ανυπομονησία την πρόταση που θα έρθει στη Βουλή έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι “ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες” και θυμίζουμε στους όψιμους υποστηρικτές της απλής αναλογικής ότι δημοκρατία δεν είναι μόνο το εκλογικό σύστημα. Ο ακρωτηριασμός της αυτοδιοίκησης σε επίπεδο πόρων και αρμοδιοτήτων, η κατακρεούργηση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας με την κατ επανάληψη διαδικασία του κατ επείγοντος, η υποκατάσταση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας από την τριμερή συνάντηση των αρχηγών των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση , η χειραγώγηση της κοινής γνώμης μέσω ανεξέλεγκτων media που κατευθύνονται από διαπλεκόμενα συμφέροντα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κοσμήματα της μνημονιακής δημοκρατίας μας αν και είναι συστατικά της.
Read more »

Φασισμός και κρίση

ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Όταν το 1969 ο Νίκος Πουλαντζάς έγραφε το βιβλίο του Φασισμός και δικτατορία. Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό (κυκλοφορεί στις εκδόσεις Θεμέλιο), το πολιτικό μέλημά του ως έλληνα αριστερού ήταν η ανατροπή της δικτατορίας στη χώρα του, και επειδή τα πολιτικά μελήματα όσων κάνουν θεωρία ξεκινάνε αναπόφευκτα από τον ίδιο το χώρο της θεωρίας, ο Πουλαντζάς θα προσπαθήσει να αναλύσει στο βιβλίο του αυτό το φασισμό, έτσι ώστε η θεωρητική ανάλυση να παράσχει στο μέτρο που της αναλογεί τα μέσα  ανατροπής της δικτατορίας.

Στο χώρο της μαρξιστικής θεωρίας, όπως συμβαίνει και αλλού, δεν υπάρχουν ελεύθεροι χώροι. Όποιος θέλει να κατασκευάσει το οτιδήποτε, οφείλει να γκρεμίσει εκείνο που ήδη υπάρχει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Πουλαντζάς είναι υποχρεωμένος να κατεδαφίσει το οικοδόμημα που δέσποζε την εποχή εκείνη στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας, το οικοδόμημα του οικονομισμού. Ανατρέχοντας στην ιστορία του οικονομισμού, όπως αυτός κυριάρχησε σε κάποιες περιόδους στο πλαίσιο της Διεθνούς –παρότι και τότε υπήρξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις-, ο Πουλαντζάς επισημαίνει τα αναλυτικά και πολιτικά αδιέξοδα στα οποία αυτός οδήγησε.

Ιδιαίτερα για τον οικονομισμό που κυριάρχησε μετά το 6ο Συνέδριο της Διεθνούς, ο καπιταλισμός είχε εισέλθει σε μια βαθύτατη κρίση, που τη γεννούσε μια άλυτη αντίφαση, σε τελευταία ανάλυση ανάμεσα στην υποδομή και το εποικοδόμημα. Σύμφωνα με αυτήν τη συλλογιστική, η μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συναντούσε ανυπέρβλητα εμπόδια που έθετε το ίδιο το εποικοδόμημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Κατά συνέπεια, ο καπιταλισμός έμελε με αυτόματο σχεδόν τρόπο να καταρρεύσει από μόνος του.

Αυτή η «γραμμή», που πήρε το όνομα του οικονομικού καταστροφισμού ή της θεωρίας της κατάρρευσης, είχε, όπως εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε όλοι, σημαντικές επιπτώσεις στην ανάλυση του φασισμού. Αυτός ο τελευταίος δεν έχει αυτόνομα χαρακτηριστικά.  θεωρείται ως ένα απλό επεισόδιο σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία κατάρρευσης του καπιταλισμού. Όπως ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει, θύμα των οικονομικού χαρακτήρα άλυτων αντιθέσεων του, με τον ίδιο τρόπο θα καταρρεύσει και ο φασισμός, θύμα κι αυτός «εσωτερικών αντιφάσεων», που είναι κυρίως αν όχι αποκλειστικά οικονομικές. Με αυτήν την έννοια, για την οικονομίστικη αντίληψη της Διεθνούς, ο φασισμός καταλήγει να θεωρείται έως και «θετικό» φαινόμενο, εφόσον αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της αδυναμίας του αστισμού, ένας τελευταίος σπασμός πριν από την οριστική κατάρρευση του καπιταλισμού.

Στον αντίποδα αυτής της μηχανιστικής γραμμής κινείται η ανάλυση του Πουλαντζά. Στο βιβλίο του προσπαθεί με ιδιαίτερα επεξεργασμένο τρόπο να αποκαταστήσει πέρα από το οικονομικό και τα άλλα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Ο Πουλαντζάς προσπαθεί και καταφέρνει να δώσει ζωή και στις δύο άλλες δομές, την πολιτική και την ιδεολογική, τις οποίες αντίθετα με τον οικονομισμό δεν τις θεωρεί απλά παράγωγα, απλές αντανακλάσεις της οικονομικής δομής. Δεν μπορώ να επεισέλθω στις λεπτομέρειες αυτής της ανάλυσης γιατί ο χώρος δεν μου το επιτρέπει. Θέλω μόνον να επισημάνω ορισμένα στοιχεία που θα είναι χρήσιμα για τα συμπεράσματα στα οποία θα καταλήξω.

Ο Πουλαντζάς όταν προσπαθεί να ερμηνεύσει πολιτικά το φασισμό αρνείται να τον αποτιμήσει ως απλή μορφή δικτατορίας μιας ενιαίας και συμπαγούς αστικής τάξης. Αντίθετα, πιστεύει ότι η διαδικασία εκφασισμού και η τελική επικράτηση του φασισμού αντιστοιχούν σε μια κατάσταση υπερβολικής όξυνσης και επιδείνωσης των αντιφάσεων στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων και των τμημάτων που ανήκουν στις κυρίαρχες τάξεις. Ο φασισμός, με άλλα λόγια, δεν είναι το απλό ενεργούμενο μιας ενιαίας τάξης, όπως ήθελε ο οικονομισμός, αλλά το προϊόν μιας πολιτικής κρίσης που ξεσπάει ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης που κατέχουν την πολιτική κυριαρχία. Συνυφασμένη με την παραπάνω κρίση είναι η κρίση κομματικής εκπροσώπησης, η ρήξη, δηλαδή, που επήλθε την περίοδο που μας ενδιαφέρει ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της άρχουσας τάξης και τα πολιτικά τους κόμματα. Αντίθετα με τις απλοποιήσεις στις οποίες καταλήγουν οι διάφοροι θεωρητικοί της Διεθνούς, ο Πουλαντζάς δεν πιστεύει ότι το σύνολο της αστικής τάξης και των διαφόρων κομμάτων της υποστήριξε ομόψυχα τον φασισμό.

Ο Πουλαντζάς όταν ευρετηριάζει τα κοινωνικά στηρίγματα του πολιτικού φαινομένου φασισμός, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα χρώματα της παλέτας που του χρειάζονται, και όχι μόνον ένα, όπως ο οικονομισμός. Οι σκληροί πυρήνες του μονοπωλιακού καπιταλισμού που διεκδικούν τη μεγάλη εσωτερική και διεθνή αγορά, θα έχουν σύντομα κοντά τους την πλειοψηφία της μικροαστικής τάξης και των μεγάλων και μικρών γαιοκτημόνων, ενώ, τέλος, θα προσχωρήσουν ολόκληρα τμήματα της εργατικής τάξης. Μαζί με τις παραπάνω κοινωνικές κατηγορίες θα προσχωρήσουν και άλλες, περισσότερο πολιτικές, όπως οι ακραίοι εθνικιστές, οι ρεβανσιστικοί κύκλοι στρατιωτικών κ.ά. Δεν θα ήταν παράταιρο να αναρωτηθεί κανείς τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η φτιαγμένη με μαστοριά πολύχρωμη εικόνα –έστω και αν ένα χρώμα, αυτό του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δίνει τον τόνο- με την μονόχρωμη απεικόνιση του οικονομισμού.

Για τον Πουλαντζά, όμως, ο φασισμός δεν είναι μόνο απότοκος της οικονομικής κρίσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, εξαιτίας της οποίας θραύεται η ιμπεριαλιστική αλυσίδα, ούτε μόνο της πολιτικής κρίσης που εντελώς σχηματικά περιγράψαμε προηγουμένως, αλλά και μιας ιδεολογικής κρίσης. Την έλευση του φασισμού την επιτρέπει η κρίση της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης, καθώς και των άλλων ιδεολογιών (ιδεολογία της εργατικής τάξης, μικροαστική ιδεολογία) που υπήρχαν στους κοινωνικούς σχηματισμούς όπου επικράτησε ο φασισμός. Στη διερεύνηση της ιδεολογικής δομής ο Πουλαντζάς διαπιστώνει γενικευμένη κρίση, τόσο των κυρίαρχων όσο και των κυριαρχούμενων ιδεολογιών, και έρχεται να προσθέσει την ανάλυση αυτή στην άρνησή του να εκλάβει την οικονομική κρίση ως αποκλειστική αιτία γέννησης του φασισμού.  
                      
Γιατί, όμως, όλα αυτά θα έπρεπε να μας απασχολούν σήμερα; Γιατί να ασχολούμαστε με ένα βιβλίο που ο κύριος αντίπαλος του, ο οικονομισμός, έχει περιθωριοποιηθεί στο πολιτικό πεδίο, ενώ στο πεδίο της θεωρίας πνέει τα λοίσθια, για μην πούμε ότι έχει εκπνεύσει οριστικά. Γιατί ο Νίκος Πουλαντζάς όταν στράφηκε θεωρητικά ενάντια στον οικονομισμό, στόχο είχε να προσδώσει στο πολιτικό στοιχείο, όπως και στο ιδεολογικό, τη σχετική τους αυτονομία και το στόχο αυτόν το έφερε σε πέρας. Με αυτήν την έννοια, ο Πουλαντζάς δεν επεδίωκε αυτό που συμβαίνει σήμερα, δηλαδή, την πλήρη αυτονόμηση του πολιτικού στοιχείου και συνακόλουθα την εξήγηση του πολιτικού μέσα από το πολιτικό. Η τελευταία αυτή τάση τείνει να γίνει κυρίαρχη, αν όχι αποκλειστική. Το ανησυχητικό είναι ότι σε αυτήν την τάση, της εξήγησης του πολιτικού διά του πολιτικού, επιδίδονται όχι μόνον οι πολιτικοί συντάκτες ή τα μέλη του πολιτικού προσωπικού, αλλά και οι κοινωνικοί επιστήμονες και ιδιαίτερα οι πολιτικοί επιστήμονες. Οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί, βυθισμένοι μέσα στην ασυναρτησία των καθημερινών γεγονότων, είχαν σχεδόν πάντα την προδιάθεση να ανάγουν τα πάντα σε επιμέρους πολιτικές περιστάσεις∙ για τους πολιτικούς επιστήμονες, όμως, η γενίκευσή της είναι σχετικά πρόσφατη. Θα μπορούσε να την τοποθετήσει κανείς στις απαρχές της στη δεκαετία του ’70, συμπληρώνοντας όμως ότι επιταχύνθηκε μετά το 1989.

Η πτώση του τείχους δεν αποτέλεσε μόνον μια πολιτική ήττα της αριστεράς αλλά και μια θεωρητική. Του λοιπού, οι τάξεις, οι κοινωνικές κατηγορίες, τα κοινωνικά μορφώματα, εγκαταλείπουν το πεδίο για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε κάποια ασαφή πολιτικά προβλήματα, που ερμηνεύονται μέσα από κάποιες εξίσου ασαφείς πολιτικές αιτίες. Στο έργο των πολιτικών επιστημόνων αυτών, οι κοινωνικές τάξεις δεν χάνουν μόνον την ακαμψία του παρελθόντος, δεν γίνονται τα όρια τους περισσότερο ασαφή, αλλά κυριολεκτικά εξαφανίζονται. Τη θέση τους την παραχωρούν σε ένα ομογενοποιημένο όλο, σχετικά εξισωμένο, το οποίο αποτελείται μόνον από τα άτομα και τις ορέξεις τους. Να γιατί το φαινόμενο της «Χρυσής Αυγής» αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους από αυτούς ως ένα κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα, το οποίο όταν δεν χρησιμεύει, μέσα από τη θεωρία των δυο άκρων, ως μια μηχανή πολέμου κατά της αριστεράς, θεωρείται βραχύβιο και εύκολα αντιμετωπίσιμο, αρκεί να ληφθούν κάποια πολιτικά μέτρα.

Το έργο του Πουλαντζά, όμως, είναι εδώ, και είναι ικανό να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα προβλήματα. Είναι σίγουρο πως όταν το διαβάζει κανείς σήμερα διαπιστώνει αρκετές σκουριές του παρελθόντος. Μόνον που οι σκουριές αυτές είναι επιφανειακές και αρκεί κανείς χωρίς ιδιαίτερο κόπο να τις ξύσει για να διαπιστώσει το πολύτιμο μέταλλο που υπάρχει από κάτω. Γιατί ο Πουλαντζάς δεν τα έβαλε με τον οικονομισμό για προσδώσει στο πολιτικό στοιχείο την πλήρη αυτονομία του, αλλά για να μας μιλήσει για τις κοινωνικές τάξεις, χωρίς να κουράζεται να επαναλαμβάνει στις σελίδες του βιβλίου ότι το κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα είναι η πάλη αυτών ακριβώς των τάξεων.

[Η προσωπογραφία του Πουλαντζά είναι έργο του Γιάννη Κολιού]

Αναδημοσίευση από τις "Αναγνώσεις" της Κυριακάτικης Αυγής 
Read more »

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Το στρατηγικό σχέδιο της Ευρωπαϊκής Αριστεράς



Του Στέλιου Παππά 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κρίσης από την έκβαση της οποίας δεν θα καθοριστεί μόνο η τύχη των λαών της Ευρώπης, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν θα επαναλάβουμε εδώ τα χαρακτηριστικά της κρίσης, αλλά στόχος μας είναι να διαμορφώσουμε ένα στρατηγικό σχέδιο προκειμένου να υπάρξει ένας αναπροσανατολισμός στη συνολική οικοδόμηση της Ε.Ε. και όλης της Ευρώπης. Η ευθύνη για την κρίση βαραίνει τις κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις, τους τραπεζίτες αλλά πρώτα απ' όλους τις πολιτικές ηγεσίες της Ε.Ε. που λειτουργούν ως μεσάζοντες προωθώντας τις στρατηγικές επιλογές της ευρωπαϊκής κεφαλαιοκρατίας, του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των οίκων αξιολόγησης. Έχουν ευθύνη διότι όχι μόνο δεν αλλάζουν τα νεοφιλελεύθερα δόγματα τους αλλά με το “Σύμφωνο για το Ευρώ” οδηγούν σε μεγαλύτερη κρίση τις κοινωνίες και τους λαούς της Ευρώπης.
Απέναντι στο σχέδιο των κυρίαρχων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, χρειάζεται ένα άλλο σχέδιο που να αλλάζει τα οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά δόγματα της Ε.Ε.
1. Η σημερινή κρίση χρέους και ελλειμμάτων μόνο ως κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Σε μια ενιαία οικονομική και νομισματική ζώνη δεν υπάρχει δυνατότητα για εθνικές στρατηγικές στην αντιμετώπιση της κρίσης. Αντίθετα είναι όρος ύπαρξης όχι μόνο η ενιαία αντιμετώπιση, αλλά και ευρύτατες κοινές πολιτικές με επίκεντρο μια ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική που θα εδράζεται σε ένα ισχυρό προϋπολογισμό αλλά και στον δημόσιο κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο του βασικού τραπεζικού τομέα κάθε χώρας με πρώτη την ΕΚΤ.
Αυτά σημαίνουν ότι είναι επείγουσα η αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού στο 5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ προκειμένου να ενισχυθούν οι αναπτυξιακοί μηχανισμοί και να υπάρξει συνολικός επανασχεδιασμός στην χρηματοδότηση νέων δράσεων που να ανταποκρίνονται σε ένα νέο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης το οποίο να υπηρετεί τις ανάγκες της πλειοψηφίας των λαών της Ευρώπης, την αειφορία της φύσης, την παγκόσμια ειρήνη και τη δημοκρατία.
Κοινοτικός προϋπολογισμός και τραπεζικός τομέας υπό δημοκρατικό έλεγχο μπορούν να δημιουργήσουν δυνατότητες για την υπέρβαση της ύφεσης, της ανεργίας και των τεράστιων ανισοτήτων.
2. Παράλληλα η Ε.Ε. οφείλει να συμβάλει σε μια νέα παγκόσμια ρύθμιση των αγορών και ειδικότερα των χρηματαγορών λαμβάνοντας υπ' όψη της τις ανακατατάξεις που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη με την ενίσχυση του ρόλου των αναπτυσσομένων χωρών ιδιαίτερα της Κίνας, της Ρωσίας αλλά και των υπόλοιπων χωρών του BRIC.
Η ρύθμιση των χρηματαγορών προϋποθέτει πριν απ' όλα την καταπολέμηση της κερδοσκοπικής κίνησης του κεφαλαίου, αλλά και τη ρύθμιση των χρεών ιδιαίτερα των χρεών του τρίτου κόσμου. Προϋποθέτει τον εκδημοκρατισμό και την αλλαγή των δογμάτων των παγκόσμιων χρηματοδοτικών οργανισμών του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Π.Ο.Ε.
Προϋποθέτει την εξάλειψη του φαινομένου των νομισματικών πολέμων.
Προς αυτή την κατεύθυνση είναι χρήσιμο να αξιοποιηθεί η πρόταση του BRIC για ένα νέο νόμισμα ως παγκόσμιο αποθεματικό.
Η σημερινή διασύνδεση των οικονομιών αλλά και οι συντελούμενες ανακατατάξεις στην παγκόσμια αγορά, σε συνδυασμό με την παγκόσμια κρίση, ιδιαίτερα στον χρηματοπιστωτικό τομέα, επιβάλλουν να οδηγηθούμε σε μια νέα νομισματική ισορροπία με προσεκτικά βήματα ώστε να αποφύγουμε κινδύνους για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
3. Ουσιώδης προϋπόθεση για μια νέα πορεία της Ευρώπης είναι η αλλαγή των δογμάτων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής
Η Ε.Ε. οφείλει να απομακρυνθεί από τη λογική του ευρωατλαντισμού και να συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου πλαισίου διεθνών σχέσεων. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι η διάλυση του ΝΑΤΟ και η δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού συμφώνου συνεργασίας και ειρήνης με τη συμμετοχή και της Ρωσίας.
Η εγκατάλειψη κάθε σκέψης για δημιουργία εκστρατευτικών σωμάτων ταχείας επέμβασης μακρυά από τα σύνορα της Ευρώπης.
Κεντρική πολιτική αυτής της συνεργασίας πρέπει να είναι η μείωση των εξοπλισμών και η κατάργηση όλων των βάσεων που απειλούν την ειρήνη στην περιοχή.
Η μετατροπή μονάδων της πολεμικής βιομηχανίας σε βιομηχανίες για την ειρήνη και για την προστασία του περιβάλλοντος στο πλαίσιο αλλαγής του συνολικού παραγωγικού μοντέλου.
Αυτή η κεντρική επιλογή ειρήνης και συνεργασίας παίρνει υπ' όψη της το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε περίοδο όπου δρομολογούνται ανακατατάξεις στην παγκόσμια ισορροπία οι οποίες δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να μετατραπούν σε οδύνες για τους λαούς της γης.
4. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ξεχνάει ότι η ανθρωπότητα κρατάει στα χέρια της δύο καυτές πατάτες την “παγκόσμια φτώχεια” και την “επιδείνωση των κλιματικών αλλαγών”. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για την αντιμετώπιση αυτών των δύο οικουμενικών προβλημάτων πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα κάθε πολιτικής. Στον κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη όταν η πλειοψηφία του πληθυσμού της γης ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας και χωρίς δικαιώματα. Δεν μπορεί να υπάρξει ομαλή εξέλιξη για την ανθρωπότητα όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με τη φύση.
Στο πλαίσιο αυτών των αντιλήψεων οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Τα μεταναστευτικά ρεύματα δεν αποτελούν φυσικό φαινόμενο, αλλά είναι αποτέλεσμα της υπερεκμετάλλευσης που υφίστανται περιοχές του πλανήτη από τον επεκτατισμό των πολυεθνικών, από τις επιδρομές και από τα αυταρχικά καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν προκειμένου να εδραιωθεί η παγκόσμια ηγεμονία του ευρωατλαντισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.
Η Ευρώπη συναισθανόμενη τις ευθύνες της έναντι των λαών που προέρχονται από αυτές τις περιοχές δεν οφείλει απλά μια παγκόσμια συγγνώμη, αλλά οφείλει να συμβάλει στη δημιουργία μιας παγκόσμιας δημοσιονομικής αναδιανεμητικής πολιτικής. Να βοηθήσει τους λαούς ώστε μόνοι τους να δημιουργήσουν θεσμούς δημοκρατίας και διαφάνειας που θα αντικαταστήσουν τα αντιδημοκρατικά και αυταρχικά καθεστώτα στις περιοχές αυτές. Ταυτόχρονα να εγκαταλείψει τις πολιτικές που τη μετατρέπουν σε φρούριο.
5. Το κριτήριο της διαφάνειας της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων και δημοκρατικών δικαιωμάτων πρέπει να αποτελεί απαράβατο όρο τόσο στην ανάπτυξη της συνεργασίας όσο και στην πολιτική για τη μελλοντική διεύρυνση της Ε.Ε. με νέες χώρες.
Η παρούσα κρίση έχει βάλει σε δοκιμασία τη διαδικασία διεύρυνσης της Ε.Ε. Η συμμαχία συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατών στην ηγεσία της Ε.Ε. αντιμετωπίζει τη διεύρυνση ως ευκαιρία για το άνοιγμα των αγορών και ως ιμάντα για να μετακυλίει τις συνέπειες της κρίσης προς τις νέες χώρες.
Όμως η είσοδος νέων χωρών μπορεί να προχωράει μόνο εφ' όσον ενισχύονται τα απαραίτητα εργαλεία δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν μπορεί το κόστος της διεύρυνσης να καλύπτεται από τις περικοπές του προϋπολογισμού και των προγραμμάτων που προορίζονται για την ανάπτυξη χωρών και περιοχών της Ευρώπης που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.


Β' Μέρος                                                        
Η σημερινή κρίση χρέους και ελλειμμάτων μόνον ως κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Η Ε.Ε. οφείλει να συμβάλει σε μια νέα παγκόσμια ρύθμιση των αγορών και ειδικότερα των χρηματαγορών. Ουσιώδης προϋπόθεση για μια νέα πορεία της Ευρώπης είναι η αλλαγή δογμάτων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ξεχνάει ότι η ανθρωπότητα κρατάει δύο καυτές πατάτες, την "παγκόσμια φτώχεια" και την "επιδείνωση των κλιματικών αλλαγών". Το κριτήριο της διαφάνειας της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων και δημοκρατικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι απαράβατος όρος της συνεργασίας και της διεύρυνσης σε νέες χώρες. Επιγραμματικά ήταν τα πέντε (5) πρώτα σημεία του α' μέρους του άρθρου του Στέλιου Παππά που δημοσιεύθηκε προχθές στην "Αυγή" της Κυριακής.


Β' Μέρος
Του Στέλιου Παππά
6. Κορυφαίο και κεντρικό πρόβλημα της Ε.Ε. παραμένει το μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα.
Συνέπεια αυτού του ελλείμματος είναι το γεγονός ότι η κρίση οδηγεί σε αυξανόμενη τάση για επανεθνικοποίηση των πολιτικών, σε φαινόμενα εθνικών περιχαρακώσεων και σε αύξηση των πολιτικών και ιδεολογικών εθνικισμών.
Ο νεοφιλελευθερισμός, με κεντρικό χαρακτηριστικό του τον ανταγωνισμό στις αγορές, μεταφέρει αυτό το χαρακτηριστικό στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, τους λαούς, ακόμη και ανάμεσα στους εργαζόμενους της ίδιας χώρας.
Το φαινόμενο αυτό όχι μόνο διαλύει την κοινωνική συνοχή, όχι μόνο καταργεί την αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς, στις γενιές και στα κράτη, αλλά καλλιεργεί τους εθνικισμούς που μπορεί να μετατρέψουν για άλλη μια φορά την Ευρώπη σε θέατρο οδυνηρών αναμετρήσεων.
Απέναντι σ' αυτό το φαινόμενο οφείλουμε, ως αριστερά, να επιστρατεύσουμε την αλληλεγγύη ως διαχρονική αξία. Να αξιοποιήσουμε όλο το οπλοστάσιο των αξιών και της ιδεολογίας της αριστεράς. Να μετατρέψουμε την ιδεολογία και τις αξίες της αριστεράς σε πολιτικούς στόχους που καθημερινά θα ανοίγουν τον δρόμο για την κοινωνία της πανανθρώπινης ελευθερίας, της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας.
Στο έλλειμμα δημοκρατίας οφείλουμε να σχεδιάσουμε και να αντιτάξουμε τον “Ευρωπαϊκό δημόσιο δημοκρατικό χώρο”, που θα επιτρέψει στους λαούς της Ευρώπης να ανακαλύψουν τα κοινά τους χαρακτηριστικά, τα κοινά τους συμφέροντα και να συμμετέχουν στον σχεδιασμό του κοινού μέλλοντος τους.
Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις, με αλλεπάλληλες “διακρατικές συνθήκες” καθιέρωσαν τον νεοφιλελευθερισμό ως δόγμα και επιχείρησαν να τον επιβάλλουν με συνταγματικό περίβλημα. Αυτό το σύστημα της “διακυβερνητικής διακυβέρνησης” της Ευρώπης, με κυρίαρχο δόγμα τον νεοφιλελευθερισμό, όχι μόνο δεν προστάτευσε τους λαούς από την κρίση, αλλά αποτελεί την πηγή και την αιτία της κρίσης. Όχι μόνο δεν οδηγεί στην ανάπτυξη συνείδησης για το κοινό μέλλον των λαών, αλλά τους οδηγεί σε αντιπαραθέσεις.
Προϋπόθεση για τη δημιουργία του “Ευρωπαϊκού Δημοκρατικού Δημόσιου Χώρου” είναι η διατύπωση ενός “καταστατικού χάρτη” που θα αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη είναι μια ένωση λαών και κρατών που συνομολογούν στο έδαφος της δημοκρατίας να οικοδομήσουν το κοινό τους μέλλον. Ότι κάθε βήμα προς την ενοποίηση θα έχει τη συμμετοχή και τη σύμφωνη γνώμη του λαού κάθε χώρας και θα εγκρίνεται με δημοψήφισμα.
Θα επιτρέπει τη δημιουργία πανευρωπαϊκών ενώσεων των κοινωνικών ομάδων με βάση τα κοινά τους χαρακτηριστικά, την εργασία τους, την ιδεολογία τους, την πολιτική τους αντίληψη, τις ιδιαιτερότητες στη στάση της ζωής τους. Κοινό χαρακτηριστικό τους ο σεβασμός στις πολιτισμικές, θρησκευτικές και προσωπικές ιδιαιτερότητες των άλλων.
Θα καθιερώνει ένα ευρύ φάσμα κοινών αγαθών στα οποία ο κάθε πολίτης θα έχει δικαίωμα στην ελεύθερη πρόσβαση σ' αυτά. Θα ορίζει τους μηχανισμούς που θα εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο εισοδήματος.
Κεντρικός στόχος είναι οι αλλαγές στο σύστημα πολιτικής εξουσίας με σαφή διαχωρισμό της εκτελεστικής από τη νομοθετική εξουσία, όπου το ευρωκοινοβούλιο θα είναι το αποκλειστικό νομοθετικό σώμα το οποίο θα υποχρεούται να διασφαλίζει και να τηρεί κανόνες διαβούλευσης με την κοινωνία των πολιτών.
Η εκτελεστική εξουσία, με σεβασμό στις κρατικές ιδιαιτερότητες αλλά και απαλλαγμένη από τη λογική της “διακυβερνητικής διακυβέρνησης”, θα λειτουργεί ως εντολοδόχος της νομοθετικής εξουσίας και θα υπόκειται στον έλεγχο τόσο του κοινοβουλίου όσο και των οργανωμένων ομάδων της κοινωνίας των Ευρωπαίων πολιτών.
7. Δεν επιδιώκουμε να φτιάξουμε μια κοινωνία και ένα πολίτευμα για την αριστερά και τους αριστερούς. Το σχέδιο της αριστεράς αφορά όλους τους πολίτες. Άλλωστε, εκτός από μια μειοψηφία που κερδοσκοπεί ακόμη και όταν η οικονομία και η κοινωνία βρίσκονται σε κρίση οι λαοί υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης.
Αν τα φαινόμενα της κρίσης είναι ιδιαίτερα έντονα σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες, σε όλες σχεδόν τις χώρες παρουσιάζονται τα στοιχεία της κρίσης, ιδιαίτερα με την αύξηση της ανεργίας και την επίθεση που δέχεται το κοινωνικό κράτος και τα εισοδήματα των εργαζομένων. Αυτός είναι ο λόγος που το σχέδιο της αριστεράς αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Ευρώπης. Δυστυχώς, στο πολιτικό επίπεδο, οι δυνάμεις της αριστεράς δεν είναι αρκετές για να σηκώσουν το βάρος των αλλαγών που χρειάζονται. Επιπλέον, δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, που σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους βρέθηκαν στην ίδια πλευρά με την αριστερά, σήμερα έχουν ταυτιστεί με τις συντηρητικές δυνάμεις και υπηρετούν όλες τις νεοφιλελεύθερες επιλογές.
Για τον λόγο αυτόν το στρατηγικό σχέδιο της αριστεράς θα πρέπει να γίνει κτήμα ευρύτατων λαϊκών δυνάμεων, οι οποίες θα μπορούν να αναγνωρίσουν την ιδιαιτερότητά τους τόσο στη μάχη για την επικράτησή του, όσο και στη φάση της εφαρμογής του. Όσο θα πείθονται ότι το σχέδιο αυτό είναι και δική τους υπόθεση τόσο θα αποδεσμεύονται από τις προηγούμενες πολιτικές επιλογές. Στη σημερινή φάση, όμως, αυτό το καθήκον πέφτει στους ώμους των δυνάμεων της αριστεράς και κυρίως όσων εμπνέονται από αυτό το σχέδιο. Οι δυνάμεις του ΚΕΑ πρέπει να πρωτοστατήσουν ώστε να διαμορφωθεί ο πολιτικός και κοινωνικός συσχετισμός μέσα και έξω από τους θεσμούς. Στο ευρωκοινοβούλιο οι βουλευτές μας πρέπει να βρούνε τον τρόπο ώστε να διαμορφώσουν μια ευρεία συναίνεση από κάθε οργανωμένη ή αυτόνομη δύναμη πάνω στο προτεινόμενο σχέδιο. Το ίδιο πρέπει να κάνουν οι εκπρόσωποι της αριστεράς σε όλα τα κοινοβούλια, σε κάθε τοπική κυβέρνηση, περιφέρεια ή δήμο.
Η μεγάλη δύναμη όμως πρέπει να αναπτυχθεί μέσα στα κινήματα, με πρώτα τα κινήματα και τους φορείς των εργαζομένων, της νεολαίας, των δυνάμεων της διανόησης στα πανεπιστήμια και στους ανθρώπους της τέχνης, στο κίνημα γυναικών, αλλά και κάθε ομάδας με ιδιαιτερότητες. Κεντρικό χαρακτηριστικό τους η αναπόδραστη ανάγκη να συντονίσουμε τη δράση όλων των ομάδων σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να διαμορφώσουμε “ντε φάκτο” τον “Ευρωπαϊκό Δημόσιο Χώρο Δημοκρατίας”. Για τον λόγο αυτόν μπορούμε να αξιοποιήσουμε την εμπειρία από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, από το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και από κάθε άλλη μορφή Πανευρωπαϊκής οργάνωσης.
Η ηγεσία του ΚΕΑ, με άμεσες πρωτοβουλίες που θα πάρουν πανευρωπαϊκή δημοσιότητα, πρέπει να καταστήσει σαφές στην ηγεσία της Ε.Ε. ότι οι ιστορικές ευθύνες της είναι μεγάλες και ότι είναι ανάγκη για το καλό των λαών να εγκαταλείψει τα νεοφιλελεύθερα δόγματα της. Αντίστοιχη πρωτοβουλία πρέπει να αναληφθεί από το προεδρείο του ΚΕΑ προς τις κυβερνήσεις και τους ανώτατους πολιτειακούς παράγοντες κάθε χώρας, όχι μόνο των χωρών που σήμερα βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα της κρίσης, αλλά και στις ηγεσίες των χωρών που παίζουν ηγετικό ρόλο στην Ε.Ε., ειδικότερα Μέρκελ και Σαρκοζί. Θα ήταν εξαιρετικά μεγάλης σημασίας γεγονότα αν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί υποστούν συντριπτική ήττα στις επικείμενες εκλογές και προκύψει πολιτικός συσχετισμός που θα έθετε σε αμφισβήτηση τις μέχρι τώρα επιλογές τους τόσο στην προώθηση του νεοφιλελευθερισμού όσο και στην ενδυνάμωση του Ευρωατλαντισμού. Κάθε ήττα των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων πρέπει να μετατρέπεται σε βήμα για την Ευρώπη της αλληλεγγύης, της ειρήνης και της δημοκρατίας.

Read more »